GrandeLib
Λεξικό
Μεταφραστής
Βιβλίο φράσεων
Λεξιλόγιο
Δοκιμές
Σχετικά με το έργο
Επαφές
Όροι χρήσης
Εμπιστευτικότητα
Λεξικό
Μεταφραστής
Βιβλίο φράσεων
Λεξιλόγιο
Δοκιμές
ΕΛΛΗΝΙΚΆ
▼
Κάπνισμα → Smoking: Λεξικό
μηχάνημα αυτόματης πώλησης
vending machine
φόρος
tax
πίσσα
tar
τμήμα καπνίσματος
smoking section
καπνιστής
smoker
καπνός
smoke
παθητικός καπνός
passive smoke
πακέτο
package
τμήμα μη καπνιστών
non-smoking section
μη καπνιστής
non-smoker
νικοτίνη
nicotine
καρκίνος του πνεύμονα
lung cancer
ελαφρύς καπνιστής
light smoker
νόμιμη ηλικία
legal age
βαρύς καπνιστής
heavy smoker
φίλτρο
filter
αποτσίγαρο
cigarette butt
αυτός που καπνίζει σαν φουγάρο
chain smoker
δίσκος στάχτης
ash tray
φλαμουριά
ash
εθισμός
addiction